ισχαιμία

ισχαιμία
η мед. ишемия

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "ισχαιμία" в других словарях:

  • ισχαιμία — Μείωση της τροφοδοσίας ενός οργάνου ή ιστού με αίμα, λόγω μηχανικής απόφραξης ή λειτουργικής αγγειοσύσπασης του αρτηριακού αγγείου που είναι υπεύθυνο για την αιμάτωση της περιοχής. Ισχαιμικά επεισόδια αναφέρονται συνηθέστερα στο μυοκάρδιο ως… …   Dictionary of Greek

  • ισχαιμία — η ελάττωση ή διακοπή της κυκλοφορίας του αίματος σε κάποιο μέρος του σώματος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ισχαιμικός — ή, ό 1. ο σχετικός με την ισχαιμία 2. αυτός που οφείλεται σε ισχαιμία («ἱσχαιμική γάγγραινα»). [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. inchaemic < ischaem (πρβλ. ισχαιμία) + ic (πρβλ. ικός)] …   Dictionary of Greek

  • Ischemia — Vascular ischemia of the toes with characteristic cyanosis. In medicine, ischemia (from Greek ισχαιμία, ischaimía; isch root denoting a restriction or thinning or to make or grow thin/lean, haema blood) is a restriction in blood supply, generally …   Wikipedia

  • Blutleere — Eine Ischämie (griech. ἰσχαιμία, aus altgriechisch is ch , „der Halt“ und häma, „das Blut“; wird ausgesprochen wie Is chämie) oder eine Blutleere ist die Unterversorgung eines Gewebes (bzw. eines ganzen Organs) mit Sauerstoff. Hierdurch wird der… …   Deutsch Wikipedia

  • Ischaemie — Eine Ischämie (griech. ἰσχαιμία, aus altgriechisch is ch , „der Halt“ und häma, „das Blut“; wird ausgesprochen wie Is chämie) oder eine Blutleere ist die Unterversorgung eines Gewebes (bzw. eines ganzen Organs) mit Sauerstoff. Hierdurch wird der… …   Deutsch Wikipedia

  • Ischämiezeit — Eine Ischämie (griech. ἰσχαιμία, aus altgriechisch is ch , „der Halt“ und häma, „das Blut“; wird ausgesprochen wie Is chämie) oder eine Blutleere ist die Unterversorgung eines Gewebes (bzw. eines ganzen Organs) mit Sauerstoff. Hierdurch wird der… …   Deutsch Wikipedia

  • Ischämisch — Eine Ischämie (griech. ἰσχαιμία, aus altgriechisch is ch , „der Halt“ und häma, „das Blut“; wird ausgesprochen wie Is chämie) oder eine Blutleere ist die Unterversorgung eines Gewebes (bzw. eines ganzen Organs) mit Sauerstoff. Hierdurch wird der… …   Deutsch Wikipedia

  • Ишемия — (лат. ischaemia, греч. ἰσχαιμία, от ἴσχω  задерживаю, останавливаю и αἷμα  кровь)  местное малокровие, чаще обусловленное сосудистым фактором (сужением или полной обтурацией просвета артерии), приводящее к вр …   Википедия

  • συγκοπή — (Ιατρ.). Παθολογικό επεισόδιο, που χαρακτηρίζεται από πλήρη ξαφνική και πρόσκαιρη απώλεια της συνείδησης και συνοδεύεται γενικά από μεταβολές της αναπνευστικής και κυκλοφοριακής λειτουργίας. Το επεισόδιο μπορεί να οφείλεται σε οποιαδήποτε αιτία… …   Dictionary of Greek

  • ψευδοουραιμία — και ψευδουραιμία, η, Ν ιατρ. κλινική εικόνα ουραιμίας, που οφείλεται όμως σε οίδημα ή σε ισχαιμία τού εγκεφάλου, σε υπονατριαιμία ή σε εκλαμψία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ψευδ(ο) * + ουραιμία. Η λ. είναι αντιδάνεια, πρβλ. γαλλ. pseudouremie] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»